Παρουσίαση στο συμπόσιο ποίησης 2015

Ο Γιάννης Τόλιας γεννήθηκε στην Πάτρα. Στη μέχρι τώρα ζωή του έχει μόνιμα παραμένει στην Πάτρα. Όπως ο ίδιος γράφει στο προσωπικό του ιστολόγιο:

 

«Ζει και εργάζεται στην ίδια πόλη
ως ανειδίκευτος της εκτροφής ωδικών λέξεων».

 

Πρωτοεμφανίζεται στην ποιητική σκηνή  το 1981 με τη συλλογή «Μωβ Σημαία» και συνεχίζει το 1984 με τη συλλογή του «Ονειρόδραμα» , για την οποία και τιμήθηκε με το βραβείο ποίησης από τη Στέγη Καλών Τεχνών & Γραμμάτων για βιβλία που εκδόθηκαν το 1984 στην επαρχία. Επιβάλλοντας ο ίδιος στην εκδοτική του παρουσία μια πυθαγόρεια σιωπή 15 χρόνων θα εμφανιστεί ξανά με το καινούριο του πόνημα, τον «Εξίτηλο χρόνο»  το 1999.  Ακολουθεί «Ο πειρασμός της νοσταλγίας», τίτλος δικός του, κατοχυρωμένος πνευματικά από το 2002, μολονότι χρησιμοποιήθηκε και από άλλον, σπουδαίο, αναγνωρισμένο και αγαπημένο μας ποιητή, το 2015 για την τελευταία δική του συλλογή, σίγουρα χωρίς πρόθεση. «Ο πειρασμός της νοσταλγίας» του Γιάννη Τόλια, μια πρωτότυπη εκδοτικά συλλογή υπό μορφή φακέλου γράμματος, θα μας μεταφέρει τις σκέψεις και τις ανησυχίες του, για να φτάσει το 2007 και να μας κοινοποιήσει το περίφημο «Αμαρτολόγιο», την πιο πολυδιαβασμένη του ποιητική δημιουργία. Θα ακολουθήσουν το «Λυσίπονον» το 2008 και η «Ευλύπη» το 2010.
Το 2011 θα συμπεριλάβει όλες του τις συλλογές στο συλλογικό έργο «Ό,τι άγγιξα και ό,τι θυμάμαι» από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη.  Μόλις το 2014 θα έχουμε την τελευταία δουλειά, τις «Ασκήσεις Συναισθήματος», ένα βιβλίο με λίγα ποιήματα και αρκετά κείμενα πρόζας.

Πολλά από τα ποιήματά του έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά
και έχουν περιληφθεί σε ανθολογίες τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό.
και επίσης ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα Αγγλικά και στα Γαλλικά.

 

Ο Γιάννης Τόλιας, λοιπόν, εδώ και τριάντα πέντε περίπου χρόνια άοκνα και με συνέπεια δίνει το παρόν υποστηρίζοντας και διακονώντας την αναντικατάστατη για κείνον αγαπημένη: την ποίηση.  Την ποίηση που άλλοτε λειτουργεί για κείνον ως υπομονετική σύζυγός που τον περιθάλπει στις αντιξοότητες της καθημερινότητας και με στοργή τον υποδέχεται ως απάνεμο λιμάνι μετά τα δύσκολα ταξίδια του νου

 

«κάποτε ένα ταξίδι αρχίζει και τελειώνει πάνω σε ένα κομμάτι χαρτί» (Διαδρομή Ι,  μωβ σημαία, σ. 12)

και άλλοτε λειτουργεί ως Λατρεμένη Ερωμένη που ποτέ δε σκοπεύει να τον απαλλάξει από τη σαγήνη της, τον ταλαιπωρεί, τον πονά, τον εμπαίζει, τον εκδικείται, τον συνεπαίρνει.  Είναι για κείνον μια θεϊκή πόρνη.

Τα τσιγάρα που κάηκαν απόψε

το οινόπνευμα που πέρασε στο αίμα

 

 κι η ποίηση μια γριά πόρνη 

δε σε κατηγορεί ποτέ για τίποτα

 

Αφήνει το τηλέφωνο της

κρυφά  στην τσέπη σου

 και σε εκλιπαρεί να την επισκεφθείς.

 

Κάποτε πηγαίνεις (θεική πόρνη, Ονειρόδραμα., σ.45)

Με προσεκτική χρήση του λόγου κεντά τις λέξεις για να κοινωνήσει σε μας τις σκέψεις του.  Είναι εργάτης του στίχου, αυτού που συνιστά την ουσία της ποίησης.. Ο λόγος του σύντομος αλλά περιεκτικός, συνειρμικά λειτουργώντας, αναμοχλεύει συναισθήματα, επιθυμίες, πόθους, οδύνες.  Στενάζει με τη γραφή του για ό,τι τον συνέθλιψε αλλά μέσω πάλι αυτής της ίδιας της γραφής αναγεννιέται, ελπίζει, μάχεται.  Γι αυτόν η Ποίηση δεν είναι οίηση αλλά αγώνας:

” η ποίηση δεν είναι άσκηση επί χάρτου. Είναι πόλεμος” ( ό,τι άγγιξα  και ό,τι θυμάμαι)

Είναι κατάσταση επώδυνη, επείγουσας ανάγκης:

 ” κάθε μέρα κάθε στιγμή

προσκρούεις αυτοκτονικά

πάνω στούς ανέμους των λέξεων” (Λυσίκομη ποιητική κόρη, Λυσίπονον. σ. 131 )

και για να σε δεχθεί, ως διάκο – ούτε λόγος για αρχιερέα:

” απαιτείται κόμιστρο  ακριβό των αισθήσεων”  (Ακριβό των αισθήσεων, Λυσίπονον. Σ. 125)

 

Είναι η ποίηση για τον Γ. Τ. τρόπος όχι μόνο έκφρασης αλλά και διέξοδος, δραπέτευση.  Δραπετεύει από τις κοινωνικές συμβάσεις μέσω αυτής, βιώνει το επιθυμητό, ελπίζει το απροσδόκητο, διεκδικεί το ανομολόγητο, ομολογεί το πάθος του, χειροκροτά την ήττα του και αγαπάει.  Αγαπάει τη γραφή, τη λέξη, τη σκέψη, τη γυναίκα και παραδίδεται στον έρωτα της ποίησης:

΄Η θα γίνεις ποίημα εδώ ή θα πεθάνουμε κι οι δύο ” (επίγευσης Μέλαθρον”,  ευλύπη, σ. 168)

και επειδή γνωρίζει «πόσο πονάει να νοσταλγείς αυτό που δεν έχεις ζήσει» (σκοτεινός άγγελος του ενυπνίου Λυσίπονον. σ.140)

ο ίδιος επιλέγει να ταξιδέψει μέσω της ποίησης παντού και πάντοτε.

Για εκείνον πάντα ο σημαντικός Άλλος επηρεάζει το δημιούργημά του, όχι απλώς όμως ο συνάνθρωπος αλλά ως συνοδοιπόρος στο χρόνο, ως συμμέτοχος του βιώματος, ως  καταλυτική στη φυσική πορεία των πραγμάτων αλλά και στη μεταφυσική εξέλιξη των διαδρομών του νου.  Από το πρώτο του κιόλας βιβλίο τη “μώβ σημαία” το πρώτο του ποίημα ” η φωτεινή σηματοδότηση”  δίνει την πρωτοκαθεδρία στο αντικείμενο του σωματικού πόθου, του πνευματικού πάθους και της συνεχούς εμπνεύσεως:

«Μεσάνυχτα

 Η κυκλοφορία μέσα στον εγκέφαλό μου

 ρυθμίζεται πλημμελώς.

 Γι αυτό έκρινα σκόπιμο

 κόκκινο

 κίτρινο

 πράσινο

 Το τέταρτο χρώμα να είσαι εσύ» (σ.11)

Μεγάλη αξία  δίνει στη γυναίκα που μοιάζει με θάλασσα, που «με έναν τρόπο που κάνει τις στιγμές αιώνιες με έναν τέτοιο τρόπο την αγαπά» (σ. 17),

 

Υμνεί τη γυναίκα που επιθυμεί όσο τίποτε άλλο να κατακτήσει αλλά εν τέλει γνωρίζει ότι εκείνος θα είναι το λάφυρο της. Η ποίηση που είναι γεμάτη από τον παλμό του καλοκαιριού και τη δροσιά της νιότης. Ενώνει την ποίηση ενός πελοπόννησιου ποιητή με την ποίηση που γράφτηκε για το αιγαιοπελαγίτικο φως και την αιγαιοπελαγίτικη αύρα:

«Που να γυρίζεις Κυματούσα

τόσες παγίδες στίχων

έστησα

 

Σε καμία δε πιάστηκες» σ. 132

 

Επιθυμεί να φοράει άσπρο πουκάμισο, μια εικονοποίηση της ανδρικής ομορφιάς και της επιθυμητής καθαρότητας, της τόσο σπάνιας στη μεταμοντέρνα κονιορτοποίηση των πάντων. Επηρεάζεται από το γαλάζιο της νοσταλγίας αλλά και κατακρημνίζεται από την απουσία της αγαπημένης. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι ξεχνά να μιλά για αγαπημένα πρόσωπα και αγαπημένα σημεία. Αφιερώνει πολλά ποιήματα σε αγαπημένους ανθρώπους αλλά και στην πόλη τη γενέτειρά του, την Πάτρα. Συμβάλλει με το δικό του λιθαράκι στην στο διηνεκές παρουσία  του θρυλικού Φάρου μέσα από την γραπτή ποιητική ομολογία του, κόντρα στην υλική του πια απουσία. Δεν ξεχνά τα Ψηλαλώνια  και την περιοχή του Αγίου Ανδρέα αλλά και κάθε σημείο που τον έχει επηρεάσει και που τον έχει στιγματίσει στην πορεία της ζωής του. Προσπαθεί και συμβάλλει στη δημιουργία του λογοτεχνικού, ποιητικού, καλλιτεχνικού μύθου μιας πόλης, της πόλης μας, θέλοντας να της προσδώσει όχι μεγαλείο αλλά τις διαστάσεις της πραγματικής της συμβολής στον χαρακτηρολογική εξέλιξη και στην ψυχική υπόσταση των ανθρώπων της, ανθρώπων που δεν έχουν πάψει να αγωνίζονται αλλά και να δημιουργούν.

Αγαπώντας τον άνθρωπο, ο Γ.Τ.  μετουσιώνει ποιητικά κάθε τι που για τον οποιονδήποτε άλλο είναι απλώς αποδεικτικό της  διαδικασίας ύπαρξης: μετουσιώνει ποιητικά την αναπνοή, την κίνηση, το βλέμμα.  Ειδικά η όραση είναι για κείνον σημείο αναφοράς και η λειτουργία της χαράσσει το ποιητικό του έργο και έχει μεγαλύτερη σημασία από κάθε άλλη αίσθηση.  «Ποσό διψάει η όραση στο τέλος της ημέρα»ς.  Λειτουργεί ως απόδειξη ζωής και γι΄αυτό φυσικά ζητά  από την αγαπημένη «να ενθρονίσει τα μάτια της πάνω στα δικά του» και ο ίδιος μαχητικά και θριαμβευτικά χρησιμοποιεί  «την όραση για να τη διασχίσει». Σπαρακτικά απολογείται «Κρυώνω όταν σβήνεις τα μάτια σου» αλλά και δεν διστάζει να τις υποσχεθεί

«όταν θα ρθείς

 να σβήσω τα φώτα και τις ώρες

να αφήσω μονάχα το μωβ

να φωτίζει τα μάτια σου».(σ. 72)

Την ικετεύει σαν παιδί: «όταν φύγεις

σε παρακαλώ

 μην μου επιστρέψεις την όραση». (σ. 72)

Όλα για τα αγαπημένα μάτια που γι΄αυτά ακόμα και οι φυσικές δυνάμεις ανατρέπουν το σύνηθες:

«θα την τιμωρήσω

                                      που γέμιζε αλμύρα

                                      τα μάτια σου

 

                                      Είπε θυμωμένη η νύχτα

                                          

                                      Και με ένα σπρώξιμο

                                      έριξε το φεγγάρι

                                     και έκαψε τη θάλασσα». (σ.179)

Προσπαθεί να συμφιλιώσει το επώδυνο με το ηδύ, το τέλος με την αρχή, τη ζωή με το θάνατο. Γι΄ αυτό και συχνά στην ποίηση του επιλέγει την αναφορά και προσπαθεί δια του ποιητικού λόγου να διαχειριστεί το κόκκινο και το άσπρο, τα χρώματα του πάθους και της αθωότητας, του αίματος και της αγνότητας, του επιθυμητού και του Αγίου.  Μεθά, όπως ο ίδιος λέει, με το θρόισμα των λέξεων, το άρωμα ενός ποιήματος αλλά η εμμονικά επιμένει στο κόκκινο:

 αχνίζει πηχτό το αίμα της Δύσης, σ,114

  πορφυρό δάκρυ του συντριβανίου, σ.114

 αιμορραγούσες λέξεις, σ.140

 αιμοστατικοί επίδεσμοί αγάπης,σ. 167

 θα σε αιμορραγώ

στα χρώματα της Δύσης, σ.173

αιμορραγώντας γιασεμί και θέρος,  σ. 72

σκαρφάλωνε

κοκκινο

πάνω απ΄τα κράνη

          το φεγγάρι,  σ. 24

για να καταλήξει «το χάραμα με βρίσκει κρεμασμένο

                          στα λευκά σου κορδόνια

                          γυναίκα με τις κόκκινες μπότες». σ. 23 

 

Στα δημιουργήματα των ποιητικών του συλλογών είναι χαρακτηριστικό το συνταίριασμα των συλλαβών στις λέξεις που επιλέγει και το πάντρεμα των λέξεων μέσα στο στίχο του. Είναι αυτό ιδιαιτερότητα της γραφής του που δίνει ζωντάνια ,  ρυθμό και σφρίγος τους στίχους του.  Εμφανέστατο πολύ στα ερωτικά του ποιήματα όπου ο τρόπος να απευθυνθεί στον άλλο δεν είναι απλός, γιατί η ερωτική ποίηση μπορεί να ναι τόσο εύκολη όσο και επικίνδυνη, τόσο απλή όσο και δαιδαλώδης τόσο κατανοητή όσο και συνηθισμένη.  Όμως η ποίηση του Τόλια είναι αυτή της ερωτικής απεύθυνσης.  Το ερωτικό αντικείμενο υπάρχει μέσα στη διαύγεια, στην καθαρότητα όπως καθαρός είναι και ο λόγος του ποιητή, καταστάλαγμα μιας άλλης εποχής τόσο κοντινής αλλά και πολύ απόμακρης. Ο ίδιος ο ποιητής στη διαδρομή του δεν αφομοιώθηκε από τη μεταμοντέρνα αισθητική και ιδεολογία αλλά κράτησε τη δυναμική και το ρυθμό του στίχου του όσο και την ποιητική του ταυτοπροσωπία, ενώ ταυτόχρονα ωρίμαζε και μέσα από την  πολυγραφότατη παρουσία του δημιουργούσε την ιδιαιτερότητα γραφής του στην ποιητική σκηνή της χώρας.  Τα παραδείγματα και εδώ πολλά, ακόμα και στα χαικού του:

Θα σε κοιτάζω ασάλευτος

 αιμορραγώντας γιασεμί  και θέρος, 

 

όπως ένα όστρακο

ορμητικά θα κλείσω

την αποδημητική φωνή σου,

 

 δε θα λυπηθείς

 για το σκοτάδι τις ελπίδας μου; , 

 

όλη τη νύχτα έβρεχε μαζί σου

πλημμύρισα οδύνη, 

 

πόσο μου έλειψε

η ομηρία της αγκαλιάς σου,

 

ω χρώμα πανδαιμόνιο

εκ γενετής τυφλό, 

 

με ανάσες σιωπής

επινοώ αναμνήσεις

που σε περιέχουν,

 

μετακομίζει

 η θάλασσα στον ουρανό,

γεμίζει η νύχτα αστερίες.

Στην ποίηση του ψάχνει πάντα να βρει τον Άλλο.  Πάνω απ όλα όμως και ίσως πρώτα απ όλα η ποίηση του έχει τόλμη και φως.  Η τόλμη του αντιπαλεύει το φτηνό της χυδαιότητας και αυτό είναι εμφανές στα πολλά ερωτικά του ποιήματα όπως λ.χ. στο ποίημα «αχραντος βλασφημία». Όμως και το φως διακατέχει την ποίησή του, το φως που νικά το σκοτάδι του φόβου και το μαύρο του θανάτου.  Έτσι ακόμα και ένα μοιραίο γεγονός, ενα θλιβερό για πολλούς – το θάνατο ενός νεαρού μοτοσυκλετιστή-  το φωτίζει και το συνδέει με τη Δύση του Ηλίου:

« Επέστρεφες απόγευμα

η Δύση

δεν  χωρούσε

στούς καθρέφτες σου

 

Γύρισες πίσω να κοιτάξεις

και αφιερώθηκες» σ. 139

Ο συγκεκριμένος ποιητής δεν έχει γράψει μόνο ποιήματα αλλά και πρόζα. Ωριμάζοντας με το χρόνο καταλήγει στις «ασκήσεις συναισθήματος», ποίηση-πρόζα.  Αποδεικνύει ότι μπορεί με κάθε τι- συναίσθημα, πρόσωπο, κατάσταση – που τον εγείρει πνευματικά, τον συντάσσει, τον οδηγεί στην αμφισβήτηση ή απλώς τον βοηθά και τον οδηγεί στον εσωτερικό διάλογο , ο ίδιος ασκώντας εαυτόν στην έγγραφη αποτύπωση της σκέψης του, δύναται  εκ νέου να δημιουργεί.

Το «Διαδρομή ΙΙ», δημιούργημα – πρόζα, λειτουργεί ως προσκύνημα μιας άλλης εποχής, βαθιά ανθρώπινης αλλά και ως ένα αιώνιο ευχαριστήριο στην ύπαρξη του Πατέρα,  του ανθρώπου που σεβόμενος το ρόλο του και ακολουθώντας τη δυναμική του ενστίκτου λειτούργησε ως έπρεπε: ως καταφύγιο της φοβισμένης και άμαθης ακόμα παιδικής ψυχής  προς τον ανοίκειο κόσμο, έναν φόβο που τον ξόρκισε με το γέλιο και την ανοιχτή αγκαλιά. Ο Γιάννης Τόλιας χωρίς προσπάθεια εντυπωσιασμού, βερμπαλισμού, χωρίς περιττολογίες και εκφραστική εκζήτηση, αλλά με τη συνειδητοποιημένη στάση του ως δημιουργού και ως ανθρώπου κάνει κατάθεση ψυχής.  Υπηρετεί μια βιοθεωρία αξιών και αρχών κυρίως σεβασμού και πίστη στην αξία του Άλλου και τη σημαντικότητα της ουσιαστικής, αληθινής και ανεπίτήδευτης επαφής.  Μιας επαφής που βιώνεται ως πολύτιμο αγαθό ιδίως από το  μικρό παιδί προς τον πατέρα και μετουσιώνεται σε φυλαχτό πολύτιμο στο διάβα της ζωής.

(Διαδρομή ΙΙ )

Η ποίηση του Γιάννη Τόλια εκτός από το πηγαίο της έμπνευσης χαρακτηρίζεται από υψηλή ποιότητα, ορθή οργάνωση και επιμελημένη διατύπωση. Τίποτε δεν αφήνεται στην τύχη, κάτι που δεν αποδεικνύει μόνο την εμμονή του ποιητή για την τελειότητα αλλά και το σεβασμό και την εκτίμησή του στον παντοτινά επιθυμητό συνοδοιπόρο των πνευματικών δημιουργημάτων του, τον αναγνώστη. Γι΄αυτό και καταφέρνει  να δημιουργεί ενδιαφέρον και ας πραγματεύεται συχνά παρεμφερή θέματα στις συλλογές του. Έχει την ικανότητα τη διακειμενική του εμπειρία να την αξιοποιεί  και να την μεταφέρει στον αναγνώστη ως ίδιον βίωμα του τελευταίου.

Ο χρόνος παιδεύει συχνά πια τον ποιητή μας, τον απασχολεί, τον σμιλεύει με σκέψεις, αναζητήσεις, επαναπροσδιορισμούς. Τον κάνει  να αγωνιά αλλά και να στοχάζεται. Αυτό που δεν παύει – τώρα πια που η μεγάλη αγκαλιά του πατέρα έχει ταξιδέψει στην απεραντοσύνη των ανοιχτών ουρανών της ψυχής και της σκέψης – να λειτουργεί προστατευτικά ως το μόνο καταφύγιο,  παυσίλυπο και λυτρωτικό, ασφαλές και αιώνιο, είναι  η ποίηση που «με την ταπεινότητα και την αίσθηση του αγνοημένου , τους μοναδικούς δρόμους που οδηγούν στη γνησιότητα της γραφής» σ.21 τον συνεπαίρνει:

«Κι αυτός είπε :

Θα σε πληγώνω

Κάθε μέρα θα σε σκοτώνω

Στην αγκαλιά μου πεθαίνοντας

θα γράφεις τα πιο ωραία ποιήματα

 

Κι αυτή είπε:

Καμιά λέξη σου

δε συγχωρώ

Πάλι και σήμερα

με ποίημα

έβαψες τα χέρια σου» σ. 101

Μίνα Πετροπούλου


Η ΜΑΓΔΑΛΗΝΗ (Μαγδαληνή: Ιέρεια του έρωτα ή Αγία μετάνοιας;)

Ἡ Μαγδαληνή

Μέσ᾿ σὲ παλάτια, ποὺ σὰ σπήλια ἀντήχαν ἀπ᾿ τὶς μουσικὲς
κι᾿ ἀστράβαν ἀπ᾿ τὰ μέταλλα καὶ τὰ δεμένα φῶτα,
στὰ μάγουλά μου, ποὺ κανεὶς δὲν τὰ εἶδεν ἥλιος, οἱ μοσκὲς
γλίστρααν μὲ λάγγεμα πολὺ καὶ τὰ δάγκωναν σὰν ὀχιὲς
στὴν κρουσταλλένια μου φωνὴ θαμπὴ ἐγλιστροῦσε νότα.

Στὴν τεσσεροβασίλεφτη Γιουδαία ἐγώ ῾μουν ἡ Πηγή:
τοῦ κόρφου μου τ᾿ ἀμάραντα καὶ μοσκοβόλᾳ κίτρα.
Ὡσὰν τὴ φλόγα τοῦ κορμιοῦ μου ἄλλη δὲ γνώρισεν ἡ Γῆ,
σὰν τῆς ἀγκάλης μου μεστὴ καμιὰ δὲν ὑπῆρχε σιγή.
Ὁ ἔρωτάς μου νίκαγε τὴ Ρώμη τὴ νικήτρα. . .

Σκοτάδια ἤτανε μέσα μου, ξέρα μεγάλη κι᾿ ἀμμουδιὰ
καὶ στὰ γλυκὰ τὰ χείλια μου πικρὰ πολὺ τὰ γέλια.
Καὶ μοῦ τινάζαν ἄξαφνα τ᾿ ἀγνώστου φόβοι τὴν καρδιὰ
καὶ μοῦ κοβόταν ἡ ἀναπνιὰ μέσ᾿ σὲ φορέματα φαρδιά-
ἀπ᾿ τοῦ θριάμβου τὴν κορφὴ μακριὰ ῾βλεπα συντέλεια.

Δὲν ἦταν ἄξαφνη ἀστραψιά. Τοῦτο συνέβη ἀργά, σιγά. . .
Ὡραῖος δὲν ἤσουν, τίποτα δὲν εἶχες πάνω σου ἄξο!
Κοίταγες χάμου τὰ χαλίκια, ὡς μίλαγες σιγὰ κι᾿ ἀργά.
Τὴν τρίτη ἢ τέταρτη φορὰν ἄρχισε ὁ νοῦς μου νὰ ριγᾷ,
κι᾿ ὡς σήκωσες τὰ μάτια σου, δὲ βάσταα νὰ κοιτάξω.

Κι᾿ ἔνιωσα ὁρμὴ ἀσυγκράτητη στὰ πόδια σου νὰ κυλιστῶ.
Εἶδα νὰ σειέται μέσα μου ψυχὴ παρθένα ὡς τώρα.
Τὴν εὐτυχία τὴ γνώρισα στὸ δόσιμο χωρὶς μιστό,
τὴ λευτεριά-στὸ σκλάβωμα σὲ κάποιο ἰδανικὸ σωστὸ
καὶ τὴν ὑπέρτατ᾿ ἡδονὴ στὸν πόνον,-ἄξια γνώρα.

Καὶ στοὺς φτωχοὺς μοιράζοντας τὰ ὑπάρχοντά μου (ἀσημικά,
διαμαντικά, μεταξωτά, μπαξέδες καὶ παλάτια)
τὰ βήματά σου ἀκλούθησα, ποὺ κι᾿ ἂν τὰ σβηοῦσε ταχτικὰ
στὸν ἄμμ᾿ ὁ ἀγέρας τοῦ βραδιοῦ, σὰ φῶτα μένανε γλυκὰ
γιὰ πάντα σ᾿ ἄμμο καὶ ψυχῇ καὶ σ᾿ ἀκοὲς καὶ μάτια.

Πράματα νέα δὲν ἔλεγες κι᾿ οὔτε, μὲ λόγια νέα, παλιά.
Ἀπὸ πολλοὺς κι᾿ ἀπὸ καιροὺς ὅλα ἦταν εἰπωμένα.
Μά ῾χες τὴ δύναμη ν᾿ ἀκοῦς τῶν οὐρανῶν τὴ σιγαλιὰ
κι᾿ ὅλα γιὰ σένα (κι᾿ ἄψυχα κι᾿ ἄνθρωποι) διάφανα γιαλιὰ
καὶ διάφαν᾿ ἡ καρδιὰ τοῦ Θεοῦ γιὰ σένα – καὶ γιὰ μένα!

Κανεὶς (καὶ πλήθη καὶ σοφοὶ καὶ μαθητάδες καὶ γονιοί)
δὲν ξάνοιγε τὸ σπαραγμὸ στὰ θάματά σου πίσω.
Κι᾿ ἂν πρόσμενες τὸ λυτρωμό σου ἀπὸ τὴν ἄδικη θανή,
ἐγὼ μονάχα τό ῾νιωσα, ποὺ ἤμουνα λάσπη καὶ κοινή,
πόσο, Χριστέ ῾σουν ἄνθρωπος! Κι᾿ ἐγὼ θὰ σ᾿ ἀναστήσω!

Κώστας Βάρναλης

ΤΡΙΑΚΟΣΤΟ ΤEΤΑΡTO ΣΥΜΠΟΣΙΟ ΠΟΙΗΣΗΣ

Μαγδαληνή: Ιέρεια του έρωτα ή Αγία μετάνοιας;

Στο ποίημα του «Μαγδαληνή» ο Κώστας Βάρναλης εμπνέεται από τη γυναίκα-σύμβολο της έσχατης ταπείνωσης και εκμετάλλευσης και  ασχολείται με το πώς μέσω ενός εσωτερικού μονολόγου θα μπορούσε να αυτοπαρουσιαστεί.

Χαρακτηριστική η μορφή της Μαγδαληνής στη χριστιανική θρησκεία, εκπροσωπεί το σθένος και τη ψυχική δύναμη του ανθρώπου, που καταφέρνει να αλλάξει τον τρόπο ζωής  και την καθημερινότητά του και να ακολουθήσει βίο ενάρετο και σύμφωνο με τη φιλοσοφία του Χριστού.

Πρόκειται για τη γυναίκα εκείνη που έζησε την υπέρτατη ηδονή αλλά και το βαθύτατο πόνο. Τη γυναίκα που στιγμάτισε ο έκλυτος βίος αλλά και η απόλυτη εξιλέωση. Για τη γυναίκα που αφιερώνεται στην υπέρτατη αλήθεια, τον Ιησού  και ως άνθρωπος πονά αλλά και κατακτά τη δικαίωση.

Αληθινά εξομολογητική αναφέρεται στην προηγούμενη ζωή της και αναλυτικά παρουσιάζει τη μεταστροφή της. Η τελευταία προκύπτει όταν συνειδητοποιεί την πραγματική αξία, την ουσία της ζωής, που δεν είναι άλλη από την οριοθέτηση, υιοθέτηση και πιστή ακολουθία του Ιδανικού.

Ως Ιδανικό παρουσιάζεται η συνειδητοποίηση της μοναδικότητας του Κυρίου και η απόλυτη και ηθελημένη έκτοτε αλλαγή της Μαγδαληνής.

O Xριστός-άνθρωπος απαλλάσσει την ανθρωπότητα από τα δεινά της και ο ποιητής-δημιουργός απαλλάσσει τη Μαγδαληνή από τις ενοχές.

Εκτός από τον Βάρναλη κι άλλοι σπουδαίοι Έλληνες δημιουργοί προσπάθησαν να αφήσουν στην αιωνιότητα μέσω της γραφής τους την αγαπημένη παρουσία της θελκτικής αυτής γυναίκας. Γνωστοί είναι ο Καζαντζάκης και ο Χριστιανόπουλος. Η ιδιαιτερότητα στη γραφή του Βάρναλη όμως είναι το πώς μέσα από την αισθαντικότητα περνά τα μηνύματα του. Είναι εμφανές ότι –και λόγω του ότι  δήλωνε άθεος – για εκείνον το δίλημμα στην εξιστόρηση της ιστορίας της Μαγδαληνής είναι το πώς πρέπει να παρουσιαστεί η διττή ιστορική της πορεία, που μπορεί να μην συνέπεσε η μια με την άλλη μορφή της αλλά είναι παραπάνω από σίγουρο ότι υπήρξαν και διαμόρφωσαν όχι μόνο το χαρακτήρα της αλλά και ένα χριστιανικό πρότυπο.

Τι ήταν τέλος πάντων η Μαγδαληνή για τον Βάρναλη: ιέρεια του έρωτα ή αγία μετανοίας;. Χωρίς άλλη σκέψη και χωρίς κανέναν επηρεασμό από συντηρητικούς κύκλους ο Βάρναλης αποδεδειγμένα – μέσω της γραφής του- τη θεωρούσε το δεύτερο.  Χωρίς να υποκρύψει τον πρότερο βίο της, τον παρουσιάζει με αισθαντικότητα και νηφαλιότητα στη δεύτερη στροφή του ποιήματος:

Στὴν τεσσεροβασίλεφτη Γιουδαία ἐγώ ῾μουν ἡ Πηγή:
τοῦ κόρφου μου τ᾿ ἀμάραντα καὶ μοσκοβόλᾳ κίτρα.
Ὡσὰν τὴ φλόγα τοῦ κορμιοῦ μου ἄλλη δὲ γνώρισεν ἡ Γῆ,
σὰν τῆς ἀγκάλης μου μεστὴ καμιὰ δὲν ὑπῆρχε σιγή.
Ὁ ἔρωτάς μου νίκαγε τὴ Ρώμη τὴ νικήτρα. . .

Χωρίς ίχνος χυδαιότητας αλλά με διάσπαρτο ερωτισμό αποκαλύπτει τη σημαντότητα της γυναικείας παρουσίας, την κινητήριο δύναμη της ύπαρξης, τη γυναίκα μέχρι τη μεγάλη στιγμή: καθοριστική η συνάντηση με τον Ιησού.

Το πόσο καταλυτική ήταν αυτή για τον ψυχισμό της Μαγδαληνής αποκαλύπτει ο Βάρναλης μέσω της έκτασης που δίνει στο ποίημα όταν εξιστορεί, πάντα με ρυθμικότητα και με παλμό, τη σχέση των δύο καταλυτικών μορφών, του Ιησού και της Μαγδαληνής.

Ό,τι έγινε, συνέβη αργά – αργά, ο νους άρχισε να ριγά και η ζωή της να αποκτά νόημα. Η παρουσίαση αυτής της αλλαγής και ο μετέπειτα καθορισμός συμπεριφοράς και επιλογής ζωής χρειάζεται τέσσερις από τις οχτώ στροφές του ποιήματος για να καταγραφεί. Προφανώς γιατί και έτσι ο ποιητής δίνει το μεγαλείο του ανθρώπου που αποφασίζει να αλλάξει ρότα και να υπερασπισθεί κάτι μοναδικά σπουδαίο. Εγκαταλείποντας όλα τα υλικά αγαθά και υπηρετώντας το ιδεατό, η Μαγδαληνή λυτρώνεται αλλά και εξυψώνεται.

Είναι η ηρωίδα για τον ποιητή, η αγία μετανοίας για τον άθεο Βάρναλη που δύναται

μαζί με τον Ιησού διάφανα να προσεγγίσει το θείο στην πλήρη του μορφή

αλλά και εκείνη που  σπαρακτικά θα πονέσει για τον άδικο χαμό

του ιδανικού αγαπημένου αλλά και μεταφυσικά θα μπορέσει να τον αναστήσει

ξαναδίνοντας του ζωή!

Ποιος άλλος θα μπορούσε να το καταφέρει παρά μόνο μια Αγία μετανοίας;

    Γιάννης Τόλιας


ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΙΙ

 

Πλημμυρισμένη 

από την ανομολόγητη επίγευση

σκύβει μέσα στον ερωτικό ύπνο

και του ψιθυρίζει:

 

 

 

Γιατί ποτέ άλλοτε

εγώ

τόσο βασανιστικά

δεν ξεδίψασα

την παραφορά κάποιου.

 

Για να δροσιστεί αυτός

και να καώ εγώ.

Γιάννης Τόλιας


ΟΠΩΣ ΣΤΕΛΝΕΙΣ

 

Όπως στέλνεις

τον οδυρμό του φωτός

ως άλλη δύση

 

Διψώ

την αλμύρα των λέξεων

στην ανομολόγητη

συνομιλία των ματιών σου

 

Εσύ η στέρηση

κι εγώ ο μακρινός.

Γιάννης Τόλιας


ΧΟΡΟΣ ΙΙ

 

Δαιμονικό

το στροβίλισμα

του κορμιού σου

 

Προσηλυτίζει το βλέμμα

 

Στην ακόλαστη

θρησκεία

του σώματος

 

Διψασμένη για λατρεία

Θεά

του σάρκινου κυματισμού

 

Ματαιώνεις

κάθε απόδραση της όρασης

από το αβάσταχτο

 

 

Αδυσώπητη

εισβάλλεις  βαθειά

στις κρύπτες  των στίχων

 

Επιβάλλοντας το επιτίμιο

 

Της λυσσασμένης λαχτάρας.

Γιάννης Τόλιας


ΧΩΡΙΣ ΜΙΑ ΛΕΞΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗΣ

 

Γεράσαμε

 

Μέσα στις εποχές
και τα χρόνια

 

Χωρίς μια λέξη συνάντησης

 

Το θαύμα κι εγώ

 
Τα βράδια ξεσπάω
σε αναφιλητά νοσταλγίας
για όσα έζησα
μόνο στα όνειρα

 

Κι όλες οι πολύτιμες
προφάσεις μου
για ό,τι δεν καταχτήθηκε
έχασαν πλέον την αιχμή τους

 

Ένοικος του μαρασμού
που σκοτώνει αργά
και με επιμέλεια
κάθε ελπίδα.

 

Υπομένω τη δίκαιη
θηριωδία της μοναξιάς

 

Απαρηγόρητος του αναμενόμενου.

Γιάννης Τόλιας


ΛΑΧΤΑΡΑ

 

Κι αυτή ψιθύρισε:

 

Πώς να αρνηθώ

σ΄αυτή τη λέξη

τη γεύση της στοργής

 

Στο μικρό

υγρό λάμδα της

 

Όταν ανάσκελα το ξαπλώνεις

πάνω στο χαρτί.

Γιάννης Τόλιας