Monthly Archives: October 2015

Παρουσίαση στο συμπόσιο ποίησης 2015

Ο Γιάννης Τόλιας γεννήθηκε στην Πάτρα. Στη μέχρι τώρα ζωή του έχει μόνιμα παραμένει στην Πάτρα. Όπως ο ίδιος γράφει στο προσωπικό του ιστολόγιο:

 

«Ζει και εργάζεται στην ίδια πόλη
ως ανειδίκευτος της εκτροφής ωδικών λέξεων».

 

Πρωτοεμφανίζεται στην ποιητική σκηνή  το 1981 με τη συλλογή «Μωβ Σημαία» και συνεχίζει το 1984 με τη συλλογή του «Ονειρόδραμα» , για την οποία και τιμήθηκε με το βραβείο ποίησης από τη Στέγη Καλών Τεχνών & Γραμμάτων για βιβλία που εκδόθηκαν το 1984 στην επαρχία. Επιβάλλοντας ο ίδιος στην εκδοτική του παρουσία μια πυθαγόρεια σιωπή 15 χρόνων θα εμφανιστεί ξανά με το καινούριο του πόνημα, τον «Εξίτηλο χρόνο»  το 1999.  Ακολουθεί «Ο πειρασμός της νοσταλγίας», τίτλος δικός του, κατοχυρωμένος πνευματικά από το 2002, μολονότι χρησιμοποιήθηκε και από άλλον, σπουδαίο, αναγνωρισμένο και αγαπημένο μας ποιητή, το 2015 για την τελευταία δική του συλλογή, σίγουρα χωρίς πρόθεση. «Ο πειρασμός της νοσταλγίας» του Γιάννη Τόλια, μια πρωτότυπη εκδοτικά συλλογή υπό μορφή φακέλου γράμματος, θα μας μεταφέρει τις σκέψεις και τις ανησυχίες του, για να φτάσει το 2007 και να μας κοινοποιήσει το περίφημο «Αμαρτολόγιο», την πιο πολυδιαβασμένη του ποιητική δημιουργία. Θα ακολουθήσουν το «Λυσίπονον» το 2008 και η «Ευλύπη» το 2010.
Το 2011 θα συμπεριλάβει όλες του τις συλλογές στο συλλογικό έργο «Ό,τι άγγιξα και ό,τι θυμάμαι» από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη.  Μόλις το 2014 θα έχουμε την τελευταία δουλειά, τις «Ασκήσεις Συναισθήματος», ένα βιβλίο με λίγα ποιήματα και αρκετά κείμενα πρόζας.

Πολλά από τα ποιήματά του έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά
και έχουν περιληφθεί σε ανθολογίες τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό.
και επίσης ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα Αγγλικά και στα Γαλλικά.

 

Ο Γιάννης Τόλιας, λοιπόν, εδώ και τριάντα πέντε περίπου χρόνια άοκνα και με συνέπεια δίνει το παρόν υποστηρίζοντας και διακονώντας την αναντικατάστατη για κείνον αγαπημένη: την ποίηση.  Την ποίηση που άλλοτε λειτουργεί για κείνον ως υπομονετική σύζυγός που τον περιθάλπει στις αντιξοότητες της καθημερινότητας και με στοργή τον υποδέχεται ως απάνεμο λιμάνι μετά τα δύσκολα ταξίδια του νου

 

«κάποτε ένα ταξίδι αρχίζει και τελειώνει πάνω σε ένα κομμάτι χαρτί» (Διαδρομή Ι,  μωβ σημαία, σ. 12)

και άλλοτε λειτουργεί ως Λατρεμένη Ερωμένη που ποτέ δε σκοπεύει να τον απαλλάξει από τη σαγήνη της, τον ταλαιπωρεί, τον πονά, τον εμπαίζει, τον εκδικείται, τον συνεπαίρνει.  Είναι για κείνον μια θεϊκή πόρνη.

Τα τσιγάρα που κάηκαν απόψε

το οινόπνευμα που πέρασε στο αίμα

 

 κι η ποίηση μια γριά πόρνη 

δε σε κατηγορεί ποτέ για τίποτα

 

Αφήνει το τηλέφωνο της

κρυφά  στην τσέπη σου

 και σε εκλιπαρεί να την επισκεφθείς.

 

Κάποτε πηγαίνεις (θεική πόρνη, Ονειρόδραμα., σ.45)

Με προσεκτική χρήση του λόγου κεντά τις λέξεις για να κοινωνήσει σε μας τις σκέψεις του.  Είναι εργάτης του στίχου, αυτού που συνιστά την ουσία της ποίησης.. Ο λόγος του σύντομος αλλά περιεκτικός, συνειρμικά λειτουργώντας, αναμοχλεύει συναισθήματα, επιθυμίες, πόθους, οδύνες.  Στενάζει με τη γραφή του για ό,τι τον συνέθλιψε αλλά μέσω πάλι αυτής της ίδιας της γραφής αναγεννιέται, ελπίζει, μάχεται.  Γι αυτόν η Ποίηση δεν είναι οίηση αλλά αγώνας:

” η ποίηση δεν είναι άσκηση επί χάρτου. Είναι πόλεμος” ( ό,τι άγγιξα  και ό,τι θυμάμαι)

Είναι κατάσταση επώδυνη, επείγουσας ανάγκης:

 ” κάθε μέρα κάθε στιγμή

προσκρούεις αυτοκτονικά

πάνω στούς ανέμους των λέξεων” (Λυσίκομη ποιητική κόρη, Λυσίπονον. σ. 131 )

και για να σε δεχθεί, ως διάκο – ούτε λόγος για αρχιερέα:

” απαιτείται κόμιστρο  ακριβό των αισθήσεων”  (Ακριβό των αισθήσεων, Λυσίπονον. Σ. 125)

 

Είναι η ποίηση για τον Γ. Τ. τρόπος όχι μόνο έκφρασης αλλά και διέξοδος, δραπέτευση.  Δραπετεύει από τις κοινωνικές συμβάσεις μέσω αυτής, βιώνει το επιθυμητό, ελπίζει το απροσδόκητο, διεκδικεί το ανομολόγητο, ομολογεί το πάθος του, χειροκροτά την ήττα του και αγαπάει.  Αγαπάει τη γραφή, τη λέξη, τη σκέψη, τη γυναίκα και παραδίδεται στον έρωτα της ποίησης:

΄Η θα γίνεις ποίημα εδώ ή θα πεθάνουμε κι οι δύο ” (επίγευσης Μέλαθρον”,  ευλύπη, σ. 168)

και επειδή γνωρίζει «πόσο πονάει να νοσταλγείς αυτό που δεν έχεις ζήσει» (σκοτεινός άγγελος του ενυπνίου Λυσίπονον. σ.140)

ο ίδιος επιλέγει να ταξιδέψει μέσω της ποίησης παντού και πάντοτε.

Για εκείνον πάντα ο σημαντικός Άλλος επηρεάζει το δημιούργημά του, όχι απλώς όμως ο συνάνθρωπος αλλά ως συνοδοιπόρος στο χρόνο, ως συμμέτοχος του βιώματος, ως  καταλυτική στη φυσική πορεία των πραγμάτων αλλά και στη μεταφυσική εξέλιξη των διαδρομών του νου.  Από το πρώτο του κιόλας βιβλίο τη “μώβ σημαία” το πρώτο του ποίημα ” η φωτεινή σηματοδότηση”  δίνει την πρωτοκαθεδρία στο αντικείμενο του σωματικού πόθου, του πνευματικού πάθους και της συνεχούς εμπνεύσεως:

«Μεσάνυχτα

 Η κυκλοφορία μέσα στον εγκέφαλό μου

 ρυθμίζεται πλημμελώς.

 Γι αυτό έκρινα σκόπιμο

 κόκκινο

 κίτρινο

 πράσινο

 Το τέταρτο χρώμα να είσαι εσύ» (σ.11)

Μεγάλη αξία  δίνει στη γυναίκα που μοιάζει με θάλασσα, που «με έναν τρόπο που κάνει τις στιγμές αιώνιες με έναν τέτοιο τρόπο την αγαπά» (σ. 17),

 

Υμνεί τη γυναίκα που επιθυμεί όσο τίποτε άλλο να κατακτήσει αλλά εν τέλει γνωρίζει ότι εκείνος θα είναι το λάφυρο της. Η ποίηση που είναι γεμάτη από τον παλμό του καλοκαιριού και τη δροσιά της νιότης. Ενώνει την ποίηση ενός πελοπόννησιου ποιητή με την ποίηση που γράφτηκε για το αιγαιοπελαγίτικο φως και την αιγαιοπελαγίτικη αύρα:

«Που να γυρίζεις Κυματούσα

τόσες παγίδες στίχων

έστησα

 

Σε καμία δε πιάστηκες» σ. 132

 

Επιθυμεί να φοράει άσπρο πουκάμισο, μια εικονοποίηση της ανδρικής ομορφιάς και της επιθυμητής καθαρότητας, της τόσο σπάνιας στη μεταμοντέρνα κονιορτοποίηση των πάντων. Επηρεάζεται από το γαλάζιο της νοσταλγίας αλλά και κατακρημνίζεται από την απουσία της αγαπημένης. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι ξεχνά να μιλά για αγαπημένα πρόσωπα και αγαπημένα σημεία. Αφιερώνει πολλά ποιήματα σε αγαπημένους ανθρώπους αλλά και στην πόλη τη γενέτειρά του, την Πάτρα. Συμβάλλει με το δικό του λιθαράκι στην στο διηνεκές παρουσία  του θρυλικού Φάρου μέσα από την γραπτή ποιητική ομολογία του, κόντρα στην υλική του πια απουσία. Δεν ξεχνά τα Ψηλαλώνια  και την περιοχή του Αγίου Ανδρέα αλλά και κάθε σημείο που τον έχει επηρεάσει και που τον έχει στιγματίσει στην πορεία της ζωής του. Προσπαθεί και συμβάλλει στη δημιουργία του λογοτεχνικού, ποιητικού, καλλιτεχνικού μύθου μιας πόλης, της πόλης μας, θέλοντας να της προσδώσει όχι μεγαλείο αλλά τις διαστάσεις της πραγματικής της συμβολής στον χαρακτηρολογική εξέλιξη και στην ψυχική υπόσταση των ανθρώπων της, ανθρώπων που δεν έχουν πάψει να αγωνίζονται αλλά και να δημιουργούν.

Αγαπώντας τον άνθρωπο, ο Γ.Τ.  μετουσιώνει ποιητικά κάθε τι που για τον οποιονδήποτε άλλο είναι απλώς αποδεικτικό της  διαδικασίας ύπαρξης: μετουσιώνει ποιητικά την αναπνοή, την κίνηση, το βλέμμα.  Ειδικά η όραση είναι για κείνον σημείο αναφοράς και η λειτουργία της χαράσσει το ποιητικό του έργο και έχει μεγαλύτερη σημασία από κάθε άλλη αίσθηση.  «Ποσό διψάει η όραση στο τέλος της ημέρα»ς.  Λειτουργεί ως απόδειξη ζωής και γι΄αυτό φυσικά ζητά  από την αγαπημένη «να ενθρονίσει τα μάτια της πάνω στα δικά του» και ο ίδιος μαχητικά και θριαμβευτικά χρησιμοποιεί  «την όραση για να τη διασχίσει». Σπαρακτικά απολογείται «Κρυώνω όταν σβήνεις τα μάτια σου» αλλά και δεν διστάζει να τις υποσχεθεί

«όταν θα ρθείς

 να σβήσω τα φώτα και τις ώρες

να αφήσω μονάχα το μωβ

να φωτίζει τα μάτια σου».(σ. 72)

Την ικετεύει σαν παιδί: «όταν φύγεις

σε παρακαλώ

 μην μου επιστρέψεις την όραση». (σ. 72)

Όλα για τα αγαπημένα μάτια που γι΄αυτά ακόμα και οι φυσικές δυνάμεις ανατρέπουν το σύνηθες:

«θα την τιμωρήσω

                                      που γέμιζε αλμύρα

                                      τα μάτια σου

 

                                      Είπε θυμωμένη η νύχτα

                                          

                                      Και με ένα σπρώξιμο

                                      έριξε το φεγγάρι

                                     και έκαψε τη θάλασσα». (σ.179)

Προσπαθεί να συμφιλιώσει το επώδυνο με το ηδύ, το τέλος με την αρχή, τη ζωή με το θάνατο. Γι΄ αυτό και συχνά στην ποίηση του επιλέγει την αναφορά και προσπαθεί δια του ποιητικού λόγου να διαχειριστεί το κόκκινο και το άσπρο, τα χρώματα του πάθους και της αθωότητας, του αίματος και της αγνότητας, του επιθυμητού και του Αγίου.  Μεθά, όπως ο ίδιος λέει, με το θρόισμα των λέξεων, το άρωμα ενός ποιήματος αλλά η εμμονικά επιμένει στο κόκκινο:

 αχνίζει πηχτό το αίμα της Δύσης, σ,114

  πορφυρό δάκρυ του συντριβανίου, σ.114

 αιμορραγούσες λέξεις, σ.140

 αιμοστατικοί επίδεσμοί αγάπης,σ. 167

 θα σε αιμορραγώ

στα χρώματα της Δύσης, σ.173

αιμορραγώντας γιασεμί και θέρος,  σ. 72

σκαρφάλωνε

κοκκινο

πάνω απ΄τα κράνη

          το φεγγάρι,  σ. 24

για να καταλήξει «το χάραμα με βρίσκει κρεμασμένο

                          στα λευκά σου κορδόνια

                          γυναίκα με τις κόκκινες μπότες». σ. 23 

 

Στα δημιουργήματα των ποιητικών του συλλογών είναι χαρακτηριστικό το συνταίριασμα των συλλαβών στις λέξεις που επιλέγει και το πάντρεμα των λέξεων μέσα στο στίχο του. Είναι αυτό ιδιαιτερότητα της γραφής του που δίνει ζωντάνια ,  ρυθμό και σφρίγος τους στίχους του.  Εμφανέστατο πολύ στα ερωτικά του ποιήματα όπου ο τρόπος να απευθυνθεί στον άλλο δεν είναι απλός, γιατί η ερωτική ποίηση μπορεί να ναι τόσο εύκολη όσο και επικίνδυνη, τόσο απλή όσο και δαιδαλώδης τόσο κατανοητή όσο και συνηθισμένη.  Όμως η ποίηση του Τόλια είναι αυτή της ερωτικής απεύθυνσης.  Το ερωτικό αντικείμενο υπάρχει μέσα στη διαύγεια, στην καθαρότητα όπως καθαρός είναι και ο λόγος του ποιητή, καταστάλαγμα μιας άλλης εποχής τόσο κοντινής αλλά και πολύ απόμακρης. Ο ίδιος ο ποιητής στη διαδρομή του δεν αφομοιώθηκε από τη μεταμοντέρνα αισθητική και ιδεολογία αλλά κράτησε τη δυναμική και το ρυθμό του στίχου του όσο και την ποιητική του ταυτοπροσωπία, ενώ ταυτόχρονα ωρίμαζε και μέσα από την  πολυγραφότατη παρουσία του δημιουργούσε την ιδιαιτερότητα γραφής του στην ποιητική σκηνή της χώρας.  Τα παραδείγματα και εδώ πολλά, ακόμα και στα χαικού του:

Θα σε κοιτάζω ασάλευτος

 αιμορραγώντας γιασεμί  και θέρος, 

 

όπως ένα όστρακο

ορμητικά θα κλείσω

την αποδημητική φωνή σου,

 

 δε θα λυπηθείς

 για το σκοτάδι τις ελπίδας μου; , 

 

όλη τη νύχτα έβρεχε μαζί σου

πλημμύρισα οδύνη, 

 

πόσο μου έλειψε

η ομηρία της αγκαλιάς σου,

 

ω χρώμα πανδαιμόνιο

εκ γενετής τυφλό, 

 

με ανάσες σιωπής

επινοώ αναμνήσεις

που σε περιέχουν,

 

μετακομίζει

 η θάλασσα στον ουρανό,

γεμίζει η νύχτα αστερίες.

Στην ποίηση του ψάχνει πάντα να βρει τον Άλλο.  Πάνω απ όλα όμως και ίσως πρώτα απ όλα η ποίηση του έχει τόλμη και φως.  Η τόλμη του αντιπαλεύει το φτηνό της χυδαιότητας και αυτό είναι εμφανές στα πολλά ερωτικά του ποιήματα όπως λ.χ. στο ποίημα «αχραντος βλασφημία». Όμως και το φως διακατέχει την ποίησή του, το φως που νικά το σκοτάδι του φόβου και το μαύρο του θανάτου.  Έτσι ακόμα και ένα μοιραίο γεγονός, ενα θλιβερό για πολλούς – το θάνατο ενός νεαρού μοτοσυκλετιστή-  το φωτίζει και το συνδέει με τη Δύση του Ηλίου:

« Επέστρεφες απόγευμα

η Δύση

δεν  χωρούσε

στούς καθρέφτες σου

 

Γύρισες πίσω να κοιτάξεις

και αφιερώθηκες» σ. 139

Ο συγκεκριμένος ποιητής δεν έχει γράψει μόνο ποιήματα αλλά και πρόζα. Ωριμάζοντας με το χρόνο καταλήγει στις «ασκήσεις συναισθήματος», ποίηση-πρόζα.  Αποδεικνύει ότι μπορεί με κάθε τι- συναίσθημα, πρόσωπο, κατάσταση – που τον εγείρει πνευματικά, τον συντάσσει, τον οδηγεί στην αμφισβήτηση ή απλώς τον βοηθά και τον οδηγεί στον εσωτερικό διάλογο , ο ίδιος ασκώντας εαυτόν στην έγγραφη αποτύπωση της σκέψης του, δύναται  εκ νέου να δημιουργεί.

Το «Διαδρομή ΙΙ», δημιούργημα – πρόζα, λειτουργεί ως προσκύνημα μιας άλλης εποχής, βαθιά ανθρώπινης αλλά και ως ένα αιώνιο ευχαριστήριο στην ύπαρξη του Πατέρα,  του ανθρώπου που σεβόμενος το ρόλο του και ακολουθώντας τη δυναμική του ενστίκτου λειτούργησε ως έπρεπε: ως καταφύγιο της φοβισμένης και άμαθης ακόμα παιδικής ψυχής  προς τον ανοίκειο κόσμο, έναν φόβο που τον ξόρκισε με το γέλιο και την ανοιχτή αγκαλιά. Ο Γιάννης Τόλιας χωρίς προσπάθεια εντυπωσιασμού, βερμπαλισμού, χωρίς περιττολογίες και εκφραστική εκζήτηση, αλλά με τη συνειδητοποιημένη στάση του ως δημιουργού και ως ανθρώπου κάνει κατάθεση ψυχής.  Υπηρετεί μια βιοθεωρία αξιών και αρχών κυρίως σεβασμού και πίστη στην αξία του Άλλου και τη σημαντικότητα της ουσιαστικής, αληθινής και ανεπίτήδευτης επαφής.  Μιας επαφής που βιώνεται ως πολύτιμο αγαθό ιδίως από το  μικρό παιδί προς τον πατέρα και μετουσιώνεται σε φυλαχτό πολύτιμο στο διάβα της ζωής.

(Διαδρομή ΙΙ )

Η ποίηση του Γιάννη Τόλια εκτός από το πηγαίο της έμπνευσης χαρακτηρίζεται από υψηλή ποιότητα, ορθή οργάνωση και επιμελημένη διατύπωση. Τίποτε δεν αφήνεται στην τύχη, κάτι που δεν αποδεικνύει μόνο την εμμονή του ποιητή για την τελειότητα αλλά και το σεβασμό και την εκτίμησή του στον παντοτινά επιθυμητό συνοδοιπόρο των πνευματικών δημιουργημάτων του, τον αναγνώστη. Γι΄αυτό και καταφέρνει  να δημιουργεί ενδιαφέρον και ας πραγματεύεται συχνά παρεμφερή θέματα στις συλλογές του. Έχει την ικανότητα τη διακειμενική του εμπειρία να την αξιοποιεί  και να την μεταφέρει στον αναγνώστη ως ίδιον βίωμα του τελευταίου.

Ο χρόνος παιδεύει συχνά πια τον ποιητή μας, τον απασχολεί, τον σμιλεύει με σκέψεις, αναζητήσεις, επαναπροσδιορισμούς. Τον κάνει  να αγωνιά αλλά και να στοχάζεται. Αυτό που δεν παύει – τώρα πια που η μεγάλη αγκαλιά του πατέρα έχει ταξιδέψει στην απεραντοσύνη των ανοιχτών ουρανών της ψυχής και της σκέψης – να λειτουργεί προστατευτικά ως το μόνο καταφύγιο,  παυσίλυπο και λυτρωτικό, ασφαλές και αιώνιο, είναι  η ποίηση που «με την ταπεινότητα και την αίσθηση του αγνοημένου , τους μοναδικούς δρόμους που οδηγούν στη γνησιότητα της γραφής» σ.21 τον συνεπαίρνει:

«Κι αυτός είπε :

Θα σε πληγώνω

Κάθε μέρα θα σε σκοτώνω

Στην αγκαλιά μου πεθαίνοντας

θα γράφεις τα πιο ωραία ποιήματα

 

Κι αυτή είπε:

Καμιά λέξη σου

δε συγχωρώ

Πάλι και σήμερα

με ποίημα

έβαψες τα χέρια σου» σ. 101

Μίνα Πετροπούλου

Advertisements